Εξουσία Archive

Κάντε κλικ πάνω στο εξώφυλλο για να κατεβάσετε το βιβλίο σε μορφή pdf

 

Mετά από δύο και πλέον χρόνια μετάφρασης και επιμέλειας στη γλώσσα μας, σας προωθώ το βιβλίο του Massimo De Angelis “Το ξεκίνημα της ιστορίας, αξιακοί αγώνες και παγκόσμιο κεφάλαιο”. Μία ανάλυση που προσπαθεί να ρίξει φως στους αγώνες μας σε παγκόσμιο επίπεδο, από την πλευρά της ταξικής πάλης, σύγκρουσης και αποσύνδεσης μας από τον καπιταλισμό και το κράτος. Ο Massimo συνδυάζοντας την κριτική ανάλυση του Μαρξ, με τις σύγχρονες προσεγγίσεις της κυβερνητικής και των θεωριών της πολυπλοκότητας όπως αυτή του φράκταλ, την πανοπτική αρχιτεκτονική του Μπένθαμ και την κριτική του Φουκώ, την κοινωνία του ελέγχου του Ντελέζ, τη νεοφιλελεύθερη θεωρία του Χάγιεκ και την ιδεολογική της κυριαρχία, τις θεωρίες της παγκοσμιοποίησης κ.α, καταφέρνει να διαυγάσει τους αγώνες μας για τα κοινά από το τοπικό στο παγκόσμιο και πίσω πάλι, από το μικρο στο μακρο επίπεδο, από το παρελθόν στο μέλλον.

Το πιο σημαντικό όμως σημείο της ανάλυσης του κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στο γεγονός ότι η αφετηρία της κριτικής του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος τοποθετείται από την οπτική των περιφράξεων και της καπιταλιστικής συσσώρευσης, το ρόλο του κράτους και της βίας σε αυτή. Μία κριτική που βασίζεται στα κλασικά κείμενα του Μαρξ, που αν και θα έπρεπε να τον οδηγήσουν στο λογικό πολιτικό συμπέρασμα της άρνησης του Κράτους (όπως εξάλλου έκαναν οι αναρχικοί/ες από εκείνα τα χρόνια) αυτό δεν έγινε.

Τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, απέναντι στην πολιτική των δομικών αναδιαρθρώσεων και των περιφράξεων από κεφάλαια και κράτη στον παγκόσμιο Βορρά και Νότο, αναδύονται κινήματα μιας άλλης παγκοσμιοποίησης που θέτουν διαρκώς τη θέσμιση νέων κοινών και νέων μορφών οργάνωσης βάσης, που αμφισβητούν την παγκόσμια επέλαση των κρατών και των κεφαλαίων. Τα κινήματα για τα κοινά ορίζουν, διαλέγονται, θεσμίζουν νέες αξίες και μέτρα που αμφισβητούν κι έρχονται σε σύγκρουση με τις αξίες και τα μέτρα που θέτει το κεφάλαιο σε όλους τους τομείς της καθημερινής μας ζωής.

Το βιβλίο του Massimo – αν και η πρώτη του έκδοση έγινε το 2007 λίγο πριν τη δίνη της παγκόσμιας κρίσης – ξαναφέρνει στο προσκήνιο ανανεωμένη την θεωρία της διαρκούς ταξικής πάλης, που όπως προτείνει και στο τέλος ο ίδιος, οφείλει να υπερβεί τις παραδοσιακές ταυτότητες του Αναρχισμού, του Κομμουνισμού και του Σοσιαλισμού, στην κατεύθυνση της παραδοχής της πολλαπλότητας των ενεργών υποκειμένων, που στη βάση της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης, των κοινών, και της αυτοθέσμισης μπορούν να οδηγήσουν στην τελική ρήξη με το Κράτος και το Κεφάλαιο για τον Κομμουνισμό και την Αναρχία.

Το κείμενο στα αγγλικά είναι δύσκολο, και ακόμα δυσκολότερη είναι η ακριβής απόδοση του στα ελληνικά. Είναι βέβαιο πως θα βρείτε γραμματικά και συντακτικά λάθη. Όλες οι παρατηρήσεις σας που μπορούν να βοηθήσουν στην καλύτερη απόδοση του κειμένου είναι καλοδεχούμενες και θα βοηθήσουν σε μία επόμενη πιθανά βελτιωμένη έκδοση του βιβλίου. Τις παρατηρήσεις σας μπορείτε να τις στέλνετε στο μέηλ μου saras@riseup.net. Το βιβλίο μπορεί να ανακτηθεί κι από την ιστοσελίδα μου στη διεύθυνση https://autopoiesis.squat.gr/

Η παρούσα ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου του Massimo De Angelis είναι ελεύθερη για κοινή χρήση από το ανταγωνιστικό κίνημα, και τους κοινωνικούς ερευνητές και ερευνήτριες, στην κοινή προσπάθεια μας για την δημιουργία ενός κόσμου χωρίς περιφράξεις κι εκμετάλλευση. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η εμπορευματική εκμετάλλευση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο. Για την καλύτερη διάδοση της προσέγγισης των κοινών που συζητιούνται στο παρόν κείμενο ας κάνουμε το αυτονόητο, ενισχύοντας κοινωνικά και οικονομικά τις εγχώριες και διεθνείς κοινότητες και δομές οργάνωσης, αλληλεγγύης και αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση.

Συντροφικά και από τα κάτω

Θοδωρής Σάρας

Be the first to comment

 

Διαβάστε ή κατεβάστε και τυπώστε το κείμενο σε μορφή pdf, από εδώ  αστεακός ζαπατισμός

Αστεακός Ζαπατισμός*

John Holloway

Instituto de Ciencias Sociales y Humanidades Benemérita

Universidad Autónoma de Puebla

Humboldt Journal of Social Relations 29:1, 2005

Μετάφραση: Θοδωρής Σάρας

Ι

Δεν είμαι ιθαγενής χωρικός. Πιθανά κι εσύ αγαπητέ αναγνώστη, επίσης δεν είσαι κάποιος ιθαγενής χωρικός. Και αυτό το άρθρο περιστρέφεται γύρω από την εξέγερση κάποιων ιθαγενών χωρικών.

Οι Ζαπατίστας της Τσιάπας είναι χωρικοί. Οι περισσότεροι από εμάς που διαβάζουν και γράφουν σε αυτό το περιοδικό είναι κάτοικοι κάποιας πόλης. Οι εμπειρίες μας απέχουν πολύ από των Ζαπατίστας στην Τσιάπας. Οι συνθήκες της ζωής μας είναι πολύ διαφορετικές από των Ζαπατίστας, και οι μορφές της πάλης μας επίσης. Και όμως η αντήχηση της εξέγερσης των Ζαπατίστας στις πόλεις έχει γίνει τεράστια. Γιατί; τι σημαίνει ο ζαπατισμός για τις πόλεις;

Υπάρχουν δυο μορφές αντίδρασης στις πόλεις. Η πρώτη αντίδραση είναι αυτή της αλληλεγγύης: η πάλη των ιθαγενών της Τσιάπας είναι απλά μία πάλη που της δίνουμε όλη τη δυνατή υλική και πολιτική μας υποστήριξη. Η αλληλεγγύη προσδιορίζει την πάλη ως πάλη “αυτών”, και αυτοί είναι ινδιάνοι που ζουν στην Τσιάπας. Δεν μειώνω αυτή την αντίδραση, αλλά δεν είναι αυτή που με απασχολεί εδώ.

Η δεύτερη αντίδραση πάει πιο παραπέρα. Αυτή δεν αφορά την αλληλεγγύη με τον αγώνα των άλλων, αλλά την κατανόηση ότι οι Ζαπατίστας και εμείς είμαστε μέρος ενός και του ίδιου αγώνα. Οι Ζαπατίστας της Τσιάπας δεν μας δίνουν ένα μοντέλο που μπορούμε να το εφαρμόσουμε στο δικό μας κομμάτι του αγώνα, αλλά βλέπουμε τις μορφές του αγώνα τους ως έμπνευση για την ανάπτυξη των δικών μας μορφών πάλης. Με αυτή την έννοια μπορούμε να μιλήσουμε για τη διάχυση του Ζαπατισμού στις πόλεις, την ανάπτυξη του αστεακού Ζαπατισμού, για τον οποίο ο E Z L N δεν είναι ένα μοντέλο αλλά ένα σταθερό σημείο αναφοράς.

Read the remainder of this entry »

Be the first to comment

Κατεβάστε το κείμενο από εδώ.


Ανάκτηση από The Anarchist Library Anti-Copyright May 21, 2012


Μετάφραση: Θοδωρής Σάρας Αύγουστος 2012


 Συχνά η επιρροή του Μαξ Στίρνερ στη σύγχρονη πολιτική θεωρία παραβλέπεται. Ωστόσο, στην πολιτική σκέψη του Στίρνερ μπορεί να βρεθεί μια εκπληκτική σύγκλιση με τη μεταδομιστική θεωρία, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία της εξουσίας. Ο Andrew Koch, για παράδειγμα, βλέπει τον Στίρνερ ως στοχαστή που ξεπερνά τη χεγκελιανή παράδοση, στην οποία τοποθετείται συνήθως, υποστηρίζοντας ότι το έργο του είναι ένας προάγγελος των μεταδομιστικών ιδεών για τα θεμέλια της γνώσης και της αλήθειας (Koch, 1997). Ο Koch υποστηρίζει ότι η ατομικιστική πρόκληση του Στίρνερ στις φιλοσοφικές βάσεις του κράτους πηγαίνει πέρα από τα όρια της παραδοσιακής δυτικής φιλοσοφίας, παρουσιάζοντας μια πρόκληση για την μεταφυσική της επιστημολογίας. Από το πρίσμα αυτό μεταξύ Στίρνερ και μεταδομιστικής επιστημολογίας, που τέθηκε από τον Koch, θα εξετάσω τη σύγκλιση του Στίρνερ με ένα συγκεκριμένο μεταδομιστή στοχαστή, τον Ζιλ Ντελέζ, όσον αφορά το θέμα της κρατικής και της πολιτικής εξουσίας. Υπάρχουν πολλοί σημαντικοί παραλληλισμοί μεταξύ αυτών στοχαστών, και οι δύο μπορούν να παρουσιαστούν, με διαφορετικούς τρόπους, ως αντι-κρατιστές, αντιεξουσιαστές φιλόσοφοι. Θέλω να δείξω τον τρόπο με τον οποίο η κριτική του Στίρνερ στο Κράτος προεξοφλεί τη μεταδομιστική απόρριψη από τον Ντελέζ της σκέψης του κράτους, και το πιο σημαντικό, τους τρόπους με τους οποίους ο αντι-ουσιοκρατικός, μετά-ανθρωπιστικός αναρχισμός των δύο στοχαστών υπερβαίνει και, επομένως, αντικατοπτρίζει, τα όρια του κλασικού αναρχισμού. Το κείμενο εξετάζει τoυς δεσμούς μεταξύ της ανθρώπινης ουσίας, της επιθυμίας και της εξουσίας που διαμορφώνουν τις βάσεις της κρατικής εξουσίας. Έτσι, ενώ Κοχ εστιάζει στην απόρριψη του Στίρνερ των επιστημολογικών θεμέλιων του Κράτους, η έμφαση του κειμένου είναι στη ριζοσπαστική οντολογία του Στίρνερ- το ξεσκέπασμα των λεπτών συνδέσεων μεταξύ ανθρωπισμού, επιθυμίας και εξουσίας. Θα ήθελα επίσης να υποστηρίξω ότι αυτή η κριτική της ανθρωπιστικής εξουσίας, με την οποία τόσο ο Στίρνερ όσο και ο Ντελέζ ασχολούνται μπορεί να μας παρέχουν σύγχρονες στρατηγικές για την αντίσταση στην κυριαρχία του κράτους.

Πρέπει να γίνει κατανοητό, ωστόσο, ότι ενώ υπάρχουν σημαντικές ομοιότητες μεταξύ του Στίρνερ και του Ντελέζ, υπάρχουν επίσης πολλές διαφορές, και, για πολλούς λόγους, μπορεί να μοιάζει ασυνήθιστη η προσέγγιση να φέρουμε κοντά τους δύο στοχαστές. Για παράδειγμα, ο Στίρνερ ήταν, μαζί με τον Μαρξ, ένας από τους νεαρούς Χεγκελιανούς, των οποίων το έργο αναδείχθηκε ως μία εξαιρετικά ατομιστική κριτική του γερμανικού ιδεαλισμού, ιδιαίτερα του Φόυερμπαχ και του Χέγκελ. Ο Ντελέζ, από την άλλη πλευρά, ήταν ένας φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, ο οποίος, μαζί με τον Φουκώ και τον Ντεριντά, θεωρείται ως ένα από τους κύριους “μεταδομιστές” στοχαστές. Ενώ το έργο του Ντελέζ μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μια επίθεση στο χεγκελιανισμό, ακολουθεί διαφορετικά και πιο ποικίλα μονοπάτια, από την πολιτική και την ψυχανάλυση, ως τη λογοτεχνία και τη θεωρία του κινηματογράφου. Ο Στίρνερ δεν θεωρείται γενικά ως “μεταδομιστής”, και, εκτός από το πρωτοποριακό άρθρο του Koch (Koch 1997) και το έργο του Ντεριντά για τον Μαρξ (Ντεριντά 1994), δεν έχει λάβει ουσιαστικά καμία προσοχή, υπό το πρίσμα της σύγχρονης θεωρίας. Ωστόσο, και αυτό είναι ίσως το πρόβλημα με ετικέτες όπως ο “μεταδομισμός”, υπάρχουν πολλά κρίσιμα επίπεδα σύγκλισης μεταξύ των δύο αυτών φιλοσόφων – ιδιαίτερα στην κριτική της πολιτικής κυριαρχίας και της εξουσίας – στα οποία μπορεί κάποιος να δώσει έμφαση, και η οποία θα μπορούσε να αμφισβητηθεί αν κάποιος κολλήσει σε αυτές τις ετικέτες. Είναι ακριβώς αυτή η απόρριψη της τυραννίας των «ετικετών», των ουσιοκρατικών ταυτοτήτων, των αφαιρέσεων και των «συμπαγών ιδεών» – αυτή η επίθεση στις εξουσιαστικές αντιλήψεις που περιορίζουν τη σκέψη – στις οποίες ο Στίρνερ και ο Ντελέζ πέτυχαν κάποιο κοινό έδαφος. Αυτό δεν σημαίνει να αγνοήσουμε τις διαφορές μεταξύ τους, αλλά αντίθετα, να δείξουμε πώς αυτές οι διαφορές συντονίζονται μαζί σε απρόβλεπτους και ενδεχόμενους τρόπους για να σχηματίσουν, με τα λόγια του Ντελέζ, “επίπεδα συνοχής” από τα οποία μπορεί να δημιουργηθούν νέες πολιτικές έννοιες.

  Read the remainder of this entry »

Be the first to comment
Του Saul Newman

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Anarchist Studies, [Volume 12, #1, 2004], με τίτλο: Anarchism, Marxism and the Bonapartist State, 
Ανακτήθηκε από την Αναρχική Βιβλιοθήκη στις 22 Ιουνίου 2011
σε pdf μορφή μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ

Μετάφραση – Επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας

  1. Εισαγωγή
Φαίνεται ότι σήμερα, στις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης, το μοντέρνο κράτος γίνεται ολοένα και περισσότερο κυρίαρχο στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή παρά λιγότερο. Αυτό μπορεί να ειδωθεί ιδιαίτερα στη σύγχρονη έγνοια για την ασφάλεια και την τρομοκρατία. Ο “πόλεμος στον τρόμο” εξυπηρετεί την τελευταία ιδεολογική αιτιολόγηση για τη μαζική συγκέντρωση και επέκταση της κρατικής εξουσίας. Το νέο αυτό παράδειγμα της κρατικής εξουσίας ανοίγει το δρόμο για νέες πολιτικές και κοινωνικές διαμάχες, ριζοσπαστικά διαφορετικές από εκείνες που έχουν αναδυθεί στο παρελθόν. Αυτό υποδηλώνει ότι το πρόβλημα της κρατικής εξουσίας δεν μπορεί να εξηγείται μόνο με οικονομικούς όρους, αλλά μάλλον συγκροτεί τις δικές του θεωρητικές και πολιτικές συνθήκες και όρους αναφοράς. Με άλλα λόγια, νέες περιοχές και σχέσεις εξουσίας αναδύονται – και όντως έχουν αρχίσει να εμφανίζονται για κάποιο χρονικό διάστημα – που δεν μπορούν να εξηγηθούν με οικονομικούς όρους, αλλά απαιτούν διαφορετικούς τρόπους ανάλυσης.

Επειδή το πρόβλημα της κρατικής εξουσίας είναι περισσότερο κρίσιμο τώρα παρά άλλοτε για τις ριζοσπαστικές πολιτικές, θα άξιζε η επιστροφή σε μία από τις πιο κατηγορηματικές θεωρητικές και πολιτικές συζητήσεις πάνω σε ακριβώς αυτό το θέμα. Η διαμάχη ανάμεσα στον μαρξισμό και τον αναρχισμό πάνω στην εξουσία, τη λειτουργία και τη σχετική αυτονομία του κράτους, και το ρόλο του στην κοινωνική επανάσταση, ήταν μία κεντρική συζήτηση που σχημάτισε τη ριζοσπαστική πολιτική σκέψη του δέκατου ένατου αιώνα. Η διατριβή αυτή εξετάζει μερικές από τις πλευρές κλειδιά αυτής της διαμάχης, εστιάζοντας στη “Βοναπαρτική στιγμή” στον κλασσικό Μαρξισμό – δηλαδή, στην ανάδυση των θεωρητικών συνθηκών για την σχετική αυτονομία του κράτους. Ωστόσο, θα δείξω πως, παρά αυτή την καινοτομία, η Μαρξιστική θεωρία – ο Μαρξ, καθώς και οι επόμενες Μαρξιστικές παρεμβάσεις – περιοριζόταν “σε τελική ανάλυση” από τις κατηγορίες των ταξικών και οικονομικών σχέσεων. Ο ισχυρισμός μου είναι ότι ο κλασσικός αναρχισμός πήρε ως το λογικό του συμπέρασμα τη θεωρία του Βοναπαρτισμού, και ήταν ικανός να αναπτύξει μία έννοια της κυριαρχίας του κράτους ως ο συγκεκριμένος και αυτόνομος τόπος της εξουσίας, που δεν αναγόταν στις καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις. Κάνοντας αυτό, ο αναρχισμός έσπασε ριζικά με τον Μαρξισμό. Επομένως, μέσα στη θεωρία του Βοναπαρτισμού βρίσκονται τα θεωρητικά θεμέλια για μία “επιστημολογική ρήξη” με τον ίδιο τον Μαρξισμό, επιτρέποντας την ανάπτυξη νέων αναλυτικών της εξουσίας – μία που, σε μία ορισμένη έκταση, συνεισφέρει προς σύγχρονες “μεταδομικές” και μετα-Μαρξιστικές” προσεγγίσεις σε αυτό το ερώτημα.1 Στη διατριβή αυτή, θα εξετάσω τις συνέπειες του Βοναπαρτισμού διερευνώντας και αναπτύσσοντας μία κλασσική αναρχική κριτική του Μαρξισμού, καθώς και εξετάζοντας τη σημασία της για τη σύγχρονη ριζοσπαστική πολιτική θεωρία.
Be the first to comment

Αναρχία και μεταδομισμός

Posted September 9, 2010 By saras

Μία συνέντευξη με τον Saul Newman
στους by Sureyyya Evren, Kursad Kiziltug, Erden Kosova

Μετάφραση – Επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας

Κατεβάστε το κείμενο από εδώ.


[θεματικές:
αναρχία, μετααναρχισμός, μεταδομισμός ενάντια σε μεταμονερνισμό, εξουσία, αντίσταση,, επανάσταση, εξέγερση, αντιπαγκοσμιοποίηση, Ζαπατίστας, υποκείμενο, διϋποκειμενικότητα, ουσιοκρατία, ψυχανάλυση]

[ανάκτηση από: http://community.livejournal.com/siyahi/2019.html

3/9/2010 16:32]

1.Πώς αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον σας σε σχέση με τον συνδυασμό μεταδομισμού και αναρχισμού; Και ποιες ήταν οι κύριες επιρροές σoυ από τον μεταμαρξισμό, τον Ernesto Laclau, τον Hakim Bey, τον Todd May ή άλλα έργα;

Ήμουν βασικά αναρχικός πριν ακόμα ξεκινήσω να ενδιαφέρομαι για τον μεταδομισμό. Προήλθα από τις μαρξιστικές και τροτσικστικές παραδόσεις και αφού απογοητεύτηκα με τον λανθάνοντα αυταρχισμό τους – την βασική τους ανικανότητα να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της κρατικής εξουσίας – άρχισα να ενδιαφέρομαι για τον αναρχισμό, κύρια ως κριτική του Μαρξισμού. Λίγο αργότερα ξεκίνησα να ενδιαφέρομαι για τη μεταδομιστική θεωρία – κυρίως τον Foucault και την κριτική του για την εξουσία. Η ανάλυση του Foucault για τα καθέκαστα της εξουσίας – οι πολλαπλές και κρυμμένες κυριαρχίες που πάνε πίσω από το οικοδόμημα της δημοκρατίας και του κυρίαρχου κράτους, μέσα σε θεσμούς όπως η φυλακή και τα άσυλα, και σε λόγους της γνώσης που συνήθως τους θεωρούμε πολιτικά ουδέτερους και αθώους – φαινόταν να είναι απίστευτα σχετική με τους σύγχρονους πολιτικούς κοινωνικούς αγώνες. Ήταν επίσης καθαρό ότι εδώ σιωπηρά υπήρχε μία δυνατή αντι-αυταρχική πολιτική ηθική, που επέκτεινε την κλασσική αναρχική κριτική της εξουσίας σε άλλους τόπους της κυριαρχίας, ενώ την ίδια στιγμή, έκανε την επιστημολογική βάση της κριτικής αυτής προβληματική, απορρίπτοντας τις υποθέσεις για την ανθρώπινη φύση και την ορθολογικότητα. Έτσι ενώ η πολιτική ηθική του Foucault έχει περιγραφεί ως “ελευθεριακή” ή “αναρχική”, είναι καθαρά ένας αναρχισμός διαφορετικού είδους, ένας που ξεγυμνώνει τα οντολογικά θεμέλια στον ανθρωπισμό και τον Διαφωτισμό.

‘Επειτα φαινόταν, ότι υπήρχε ένα είδος ανείπωτου διαλόγου, ή πιθανού διαλόγου – ανάμεσα στον αναρχισμό και τη μεταδομιστική θεωρία, και ότι το ένα είχε συνέπειες πάνω στο άλλο. Και έτσι φαινόταν λογικό να προσπαθήσω να τα διαβάσω μαζί – για να δω αν ήταν πιθανό να ξαναστοχαστώ τον αναρχισμό με ένα νέο φως, για να δω εάν μπορούσε να αναζωογονηθεί και να γίνει πιο σχετικός με τις σημερινές ριζοσπαστικές πολιτικές. Στην πραγματικότητα, όταν πρωτοξεκίνησα να ερευνώ το θέμα για το Διδακτορικό μου ένιωσα έκπληξη ότι υπήρχε στο πουθενά κάτι που να έχει γραφτεί εκτός από το σπερματικό βιβλίο του Todd May, το οποίο ήταν και μεγάλη επιρροή. Ο May έχει μία ελαφριά διαφορετική θεωρητική προσέγγιση από μένα, αλλά και οι δύο διαπιστώσαμε σημαντικά σημεία διασταύρωσης ανάμεσα στην κλασσική αναρχική σκέψη και τη σύγχρονη μεταδομιστική θεωρία – κύρια στην έμφαση τους στην αντι-αυταρχική και αντι-αντιπροσωπευτική πολιτική. Εκεί που απέκλινα από τον May είναι η στροφή μου από μία καθαρά μεταμοντέρνα “πολιτική της διαφοράς” σε μία περισσότερο Λακανική εστίαση στο Πραγματικό ως αυτό που εξαρθρώνεται και την ίδια στιγμή, θεσμίζει το υποκείμενο στην έλλειψη του/της. Κι εδώ το μεταμαρξιστικό πρόγραμμα των Laclau και Mouffe ήταν μία σημαντική αναφορά για εμένα. Φαινόταν ότι υπήρχε μία παραλληλότητα ανάμεσα στο μεταμαρξιστικό διάβασμα του Μαρξισμού από τον Laclau (μέσω των Lacan, Derrida, Wittgenstein, και φυσικά του Gramsci) και την μεταδομιστική επαναδιαμόρφωση του κλασσικού αναρχισμού. Και τα δύο σχέδια επιτέθηκαν στις ουσιοκρατικές έννοιες και τις διαλεκτικές αφηγήσεις που ήταν στην καρδιά αυτών των λόγων, και έδιναν έμφαση σε μία αντι-αυταρχική και αντιθεσμική και ριζοσπαστική δημοκρατική πολιτική. Υπήρχαν φυσικά και άλλες επιρροές όπως οι Zizek, Agamben, Badiou, σε κάποιο βαθμό, και ο Claude Lefort, ανάμεσα σε άλλους.

Read the remainder of this entry »

3 Comments so far. Join the Conversation

του Sam Haraway
Ανάκτηση: http://anarchiststudies.org/node/481

Μετάφραση – Επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας

Κατεβάστε το κείμενο από εδώ.

[οι σημειώσεις του μεταφραστή ακολουθούν την κλίμακα του ελληνικού αλφαβήτου]

Η αναρχική πολιτική θεωρία είναι ίσως μία από τις πιο παραμελημένες παραδόσεις στη σύγχρονη πολιτική επιστήμη. Παρόλα αυτά, αναλογιζόμενοι πέρα από το παράδειγμα του κράτους είναι ουσιαστική. Εδώ ερευνούμε τη δουλειά ενός αναρχικού στοχαστή με μεγάλη επιρροή, του Peter Kropotkin, εξετάζοντας τη συζήτηση που παρουσιάζεται στο κείμενο του “Αναρχισμός: Η φιλοσοφία και το ιδανικό της”, από την άποψη του ξεκαθαρίσματος της απόρριψης του καπιταλισμού και του κράτους. [α] Εξετάζουμε τις ερμηνείες της συζήτησης του Κροπότκιν από αξιόλογους μεταδομιστές αναρχικούς – εν συντομία μετααναρχικούς– Saul Newman, Todd May, and Uri Gordon. [β] Επίσης μελετούμε την προσπάθεια της Ruth Kinna να αναθεωρήσει τον Κροπότκιν, με τη βοήθεια της μετααναρχικής κριτικής, και καταλήγουμε με ένα σύντομο σχόλιο στις δυνάμεις και τις αδυναμίες τόσο της συζήτησης του Κροπότκιν όσο και των ερμηνειών του. [γ]

Read the remainder of this entry »

Be the first to comment

Μετάφραση-επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας

Κατεβάστε το κείμενο από εδώ.

 

Αυτό είναι ένα αντίγραφο μίας συζήτησης του 1972 ανάμεσα στους μεταδομιστές φιλόσοφους Mισέλ Φουκώ και Ζιλ Ντελέζ, που συζητάει τους δεσμούς ανάμεσα στους αγώνες των γυναικών, ομοφυλόφιλων, φυλακισμένων και την ταξική πάλη, και επίσης τη σχέση ανάμεσα στην θεωρία, την πρακτική και την εξουσία.

Το αντίγραφο αυτό εμφανίστηκε πρώτη φορά στα αγγλικά στο βιβλίο ‘Language, Counter-Memory, Practice: selected essays and interviews by Michel Foucault’ edited by Donald F. Bouchard.

[θεματικές: εξουσία, αντίσταση, επανάσταση, μεταρρύθμιση, προλεταριάτο, κοινωνικά κινήματα, θεωρία, αντίλογος στην εξουσία]


Μισέλ Φουκώ : Ένας μαοϊκός κάποτε μου είπε: “Μπορώ εύκολα να καταλάβω την πρόθεση του Σάρτρ να βρεθεί στο πλευρό μας· μπορώ εύκολα να καταλάβω τους σκοπούς και τη συμμετοχή του στην πολιτική· μπορώ να καταλάβω σε ένα βαθμό την θέση σου,αφού πάντα είχες ασχοληθεί με το πρόβλημα του εγκλεισμού. Αλλά ο Ντελέζ είναι ένα αίνιγμα” Σοκαρίστηκα από αυτή τη δήλωση, γιατί σε μένα η θέση σου φαινόταν πάντα καθαρή.


Ζιλ Ντελέζ
: Πιθανά είμαστε στη διαδικασία ενός πειραματισμού νέων σχέσεων ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική. Έναν καιρό η πρακτική θεωρήθηκε εφαρμογή της θεωρίας, μία συνέπεια· σε άλλες εποχές, έκανε άσχημα μία αντίθετη αίσθηση και θεωρήθηκε ότι εμπνέει τη θεωρία, για να είναι απαραίτητη για τη δημιουργία μελλοντικών θεωρητικών μορφών. Σε κάθε γεγονός, η σχέση γινόταν κατανοητή με όρους της διαδικασίας συνολοποίησης. Για εμάς, ωστόσο το ερώτημα φαίνεται με διαφορετικό φως. Οι σχέσεις ανάμεσα σε θεωρία και πρακτική είναι κάτι παραπέρα από μερικές και αποσπασματικές. Από τη μία πλευρά, η θεωρία είναι πάντα τοπική και σχετίζεται σε ένα περιορισμένο πεδίο, και εφαρμόζεται σε μία άλλη σφαίρα, περισσότερο ή λιγότερο απομακρυσμένη από αυτή. Η σχέση που ισχύει στην εφαρμογή της θεωρίας δεν είναι πάντα αυτή της ομοιότητας. Επιπλέον, από τη στιγμή που η θεωρία μετακινείται στην κατάλληλη περιοχή της, ξεκινάει να συναντάει εμπόδια, τοίχους, και μπλοκαρίσματα που απαιτούν την αναμετάδοση της από έναν άλλο τύπο λόγου (είναι μέσω αυτού του άλλου λόγου που τελικά περνάει σε μία διαφορετική περιοχή.) Η πρακτική είναι μία ομάδα αναμεταδόσεων από ένα θεωρητικό σημείο σε ένα άλλο και η θεωρία μία αναμετάδοση από μία πρακτική σε μία άλλη. Καμία θεωρία δεν αναπτύσσεται χωρίς τελικά να συναντήσει έναν τοίχο, και η πρακτική είναι αναγκαίο να τρυπήσει αυτόν τον τοίχο. Για παράδειγμα, η εργασία σου ξεκινάει με τη θεωρητική ανάλυση του πλαισίου του εγκλεισμού, και ειδικότερα όσον αφορά το ψυχιατρικό άσυλο μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία τον 19ο αιώνα. Στη συνέχεια συνειδητοποιείς την ανάγκη των εγκλεισμένων ατόμων να μιλήσουν για τον εαυτό τους, να δημιουργήσουν μία αναμετάδοση (είναι πιθανό, αντίστροφα, η λειτουργία σου να ήταν ήδη αυτή της αναμετάδοσης σε σχέση με αυτούς) ·και αυτή η ομάδα θεμελιώνεται στις φυλακές – αυτά τα άτομα είναι φυλακισμένα. Ήταν μόνο σε αυτή τη βάση που ΕΣΥ οργάνωσες την ομάδα πληροφόρησης για τις φυλακές (G.I.P) (1), το αντικείμενο για να δημιουργήσεις τις συνθήκες που θα επιτρέψουν στους φυλακισμένους να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Θα μπορούσε να ήταν απόλυτα λανθασμένο να πεις, όπως συμπεραίνει και οι Μαοϊστής, πως με τη μετακίνηση σου σε αυτή την πρακτική εφάρμοζες τις θεωρίες σου. Αυτή δεν ήταν μία εφαρμογή·ούτε ήταν ένα σχέδιο για την αρχή των μεταρρυθμίσεων ή μία έρευνα με την παραδοσιακή έννοια. Η έμφαση ήταν απολύτως διαφορετική: ένα σύστημα αναμεταδόσεων μέσα σε μία μεγαλύτερη σφαίρα, μέσα σε μία πολλαπλότητα μερών που είναι τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά. Για εμάς ένας θεωρίζον διανοητής, δεν είναι πια ένα υποκείμενο, μία αντιπρόσωπος ή αντιπροσωπευόμενη συνείδηση. Εκείνοι που δρουν και παλεύουν δεν αντιπροσωπεύονται, ούτε από μία ομάδα ούτε από ένα σωματείο που απαλλοτριώνει το δικαίωμα τους να στέκονται συνειδητά. Ποιός μιλάει και δρά; Είναι πάντα μία πολλαπλότητα, αυτή που ακόμα και μέσα στο ίδιο το πρόσωπο μιλά και δρα. Όλοι είμαστε “γκρουπούσκουλα” (2) Η αντιπροσώπευση δεν υπάρχει πια· υπάρχει μόνο η θεωρητική δράση και η πρακτική δράση που υπηρετούν ως αναμετάδοση και διαμορφώνει δίκτυα.

Read the remainder of this entry »

Be the first to comment

Σάρας Θοδωρής

Ολόκληρη η θέση μου για τα στρατόπεδα μεταναστών σε μορφή pdf

εδώ

   

 

 

Οι σύγχρονες κοινωνίες αναδύονται σε παγκόσμιο επίπεδο από την ταυτόχρονη εξέλιξη και σύνθεση των δράσεων των υποκειμένων (ατομικών και συλλογικών) σε τρία επίπεδα: το επίπεδο του φυσικού χώρου (παραδοσιακός χώρος των “εθνικών” κοινωνικών σχηματισμών), το επίπεδο των δικτύων (ο χώρος που αναδύεται μέσα από τη επικοινωνία των υποκειμένων σε υπερεθνικό επίπεδο) και το επίπεδο των ροών (που αφορά το χώρο που παράγεται από την “ελεύθερη” κίνηση κεφαλαίου, εργατικού δυναμικού, και εμπορευμάτων αλλά και τις δικτυακές επαφές σε παγκόσμιο επίπεδο). Η “ελευθερία” κίνησης ανθρώπων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο διαμορφώνει ένα νέο μοντέλο κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης αυτό της ευελιξίας. Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι η μεταφορντική οργάνωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, και ένα νέο σύστημα πειθαρχικού ελέγχου, που οδηγεί στο μετασχηματισμό των μηχανισμών επιτήρησης στο επίπεδο των οικονομικών αλλά και των κρατικών συστημάτων.

Η ελαστική κεφαλαιοκρατική συσσώρευση οδηγεί – χωρίς να προσδιορίζει σε τελική ανάλυση – τις κοινωνικές σχέσεις σε οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο, διαμορφώνοντας νέους χωροχρονικούς τόπους δράσης, που διαπερνούν τα παραδοσιακά σύνορα των εθνο-κρατικών κοινωνικών σχηματισμών χωρίς όμως να τα καταργούν. Εικόνες, γεγονότα, σύμβολα, πληροφορίες, κεφάλαια, πληθυσμοί, ρέουν σε παγκόσμιο επίπεδο με αποτέλεσμα τα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα να βρίσκονται σε μία κατάσταση πέρα από την ισορροπία ή όπως θα έλεγε ο Agamben σε μία διαρκή κατάσταση εξαίρεσης.(1)

Από τις αρχές τις δεκαετίας του ’80, στα πλαίσια της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού και της συνακόλουθης μεγέθυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και της γενίκευσης των ενδο-καπιταλιστικών αντιθέσεων για την αναδιανομή των σφαιρών οικονομικής και πολιτικής επιρροής, αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των μεταναστών και των προσφύγων (2). Μολονότι ένα μέρος της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης τις τελευταίες δεκαετίες βασίζεται στη μετανάστευση, τα κράτη προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές ανισότητες αλλά και να ελέγξουν τις δυνητικές απειλές, που αναδύονται από την ατομική ή συλλογική αντίδραση των κοινωνικών απορριμάτων (Bauman), προσαρμόζουν τις δομές πολιτικού ελέγχου και επιτήρησης στα νέα δεδομένα, με σκοπό τη διατήρηση της διαδικασίας της συσσώρευσης.

Read the remainder of this entry »

Be the first to comment

……
Σε έναν κόσμο που υπάρχει η ανάγκη της διαρκούς ταυτοποίησης μέσω μικροπολιτικών της εξουσίας και διαχείρισης του ρίσκου, η επιτήρηση μεταστρέφει την προσοχή της σε ένα σώμα = έγγραφο πηγή δεδομένων για πρόβλεψη της «μελλοντικής» συμπεριφοράς του. Η αναγνώριση της ταυτότητας ενός προσώπου εξαρτάται από τρία πράγματα: Το σώμα, τη μνήμη, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Ένα πρόσωπο είναι ένα κοινωνικό όν, το οποίο ταυτοποιείται μέσω των άλλων. Το σωματοποιημένο υποκείμενο όμως διαθέτει και χειρίζεται τη δική του ιστορία, το δικό το παρελθόν. Η προσωπική ιστορία του καθενός είναι μέρος της ταυτότητας του. Τα υποκείμενα «είναι υπεύθυνα για τις πράξεις τους» στα πλαίσια της κοινωνικής τους ενσωμάτωσης, των λειτουργιών και των δράσεων τους που δεσμεύονται να υλοποιήσουν στη βάσης των κοινωνικών προσδοκιών. (Davis Lyon 2001:72)
Το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα η επέκταση των συστημάτων επιτήρησης βασίστηκε στην ταυτοποίηση των υποκειμένων μέσω εγγράφων. (όπως για παράδειγμα είναι τα πιστοποιητικά γεννήσεως, τα διπλώματα οδήγησης, οι κάρτες κοινωνικής ασφάλισης, τα διαβατήρια, τα τραπεζικά βιβλία και οι πιστωτικές κάρτες. Από τη δεκαετία του ’70 υπάρχει μία μετατόπιση της επιτήρησης από «ταυτοποίηση» μέσω εγγράφων στον «άμεσο έλεγχο». (Davis Lyon 2001:73) Η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών επέτρεψε την ηλεκτρονική διασταύρωση στοιχείων μέσα από ένα δίκτυο διάχυτων συστημάτων υπολογιστών και κατά συνέπεια ένα συνεπή τρόπο ταυτοποίησης. Οι διαδικασίες αυτές επιταχύνθηκαν από την ανάδυση της κουλτούρας του ρίσκου. Με σκοπό να προλαμβάνονται η φύση και η έκταση ενός ρίσκου απαιτείται η ανάπτυξη μηχανισμών επιτήρησης οι οποίοι βασίζονται στη διαμόρφωση των δυνητικών προφίλ ρίσκου των προσώπων (Davis Lyon 2001:74) Με την κουλτούρα του ρίσκου η επιτήρηση και η ταυτοποίηση (επιβεβαίωση της ταυτότητας) αλλά και η ταυτότητα ενός ατόμου συνδέεται πλέον όχι μόνο με τις τροχιές της προσωπικής του ιστορίας (παρελθόν) αλλά και με τις τροχιές των πιθανών συμπεριφορών στο μέλλον. Με τον τρόπο αυτό τα άτομα προσομοιώνονται σε δυνητικές προσωπικότητες και η επιτήρηση τους δυνητικοποιείται με σκοπό να προβλέψει, να προλάβει, να καταστείλει παροντικά τις μελλοντικές συμπεριφορές. Το μέλλον παροντοποιείται, η εξέλιξη της προσωπικότητας παροντοποιείται και η εξουσία μετατρέπεται σε έναν κβαντικοποιημένο παροντικό μέλλον. Οι μικροφυσικές της μολονότι διατείνονται την ασφάλεια αυξάνουν το ρίσκο. Η διαχείριση της ελευθερίας ή καλύτερα των βαθμών ελευθερίας δράσης των ατόμων κερδίζει το έδαφος και κυριαρχεί πάνω στις πολιτικές απελευθέρωσης αυτών των βαθμών.i «Η επιτήρηση είναι συνεπής με την ανάδυση μίας συμπεριφοράς που ενδιαφέρεται περισσότερο για την πρόληψη των βέβαιων συμπεριφορών παρά για τα αίτια τους, ή τις κοινωνικές συνθήκες που τα γεννάν.» (Davis Lyon 2001:75)
Από την άλλη πλευρά και από τα τέλη της δεκαετίας του 70 η κίνηση και η δράση ενός προσώπου μέσα σε έναν ασφαλισμένο χώρο γίνεται με τη χρήση ενός κωδικού εισόδου (αριθμητικού και/ή λεξιλογικού) (password) Οι κωδικοί σε συνδυασμό με τα στοιχεία του φυσικού σώματος του ατόμου (μάτια, παλάμη, αποτύπωμα δακτύλου, πρόσωπο, φωνή) παρουσιαζόταν στις μηχανές επιβεβαίωσης της εισόδου . Οι κωδικοί αυτοί αποθηκευόταν είτε στη φυσική μνήμη των ατόμων είτε σε μηχανικές κάρτες μνήμης. Σταδιακά αναπτύχθηκαν μέθοδοι μετατροπής του σώματος σε κωδικό εισόδου. Με τον τρόπο αυτό το σώμα μετατρέπεται σε ψηφιακό κείμενο υπενθύμισης της πρόσβασης/αποκλεισμού, κατανομής αρμοδιοτήτων και εξουσιών. (Davis Lyon 2001:75).ii
Τα δεδομένα τα οποία προέρχονται από το σώμα χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό με τους συμβατικούς παραδοσιακούς μηχανισμούς της επιτήρησης δηλαδή για να ξεκαθαρίζουν και να ταξινομούν, να προσδιορίζουν την καταλληλότητα για επιλογή (eligibility), να προκρίνουν και να απορρίπτουν και τέλος για να περιλαμβάνουν και να αποκλείουν. Η νεωτερική εποχή της επιτήρησης χαρακτηρίζεται από μηχανισμούς εξωτερικούς στο σώμα. Το σώμα τοποθετείται στο χώρο, ελέγχεται, διακρίνεται και προκρίνεται από τα υπόλοιπα αλληλοδρώντα σώματα, με τη γνωστική εστίαση πάνω στο όνομα ή τον αριθμό (ταυτότητας, διαβατηρίου, κλπ) (Davis Lyon 2001: 70-71) Με την ανάπτυξη των τεχνολογιών της βιομετρίας, το σώμα ψηφιοποιείται σε bits πληροφορίας προσομοιώνοντας την δυνητική συμπεριφορά του μέσα στις δομές που καλείται να δράσει. iii Με την ανάπτυξη και της βιοτεχνολογίας το σώμα μετατρέπεται παραπέρα σε κωδικό εισόδου μέσω της ανάδυσης της βιο-επιτήρησης. Έτσι τα βιολογικά γενετικά χαρακτηριστικά του γονιδιακού υλικού των ατόμων προσομοιώνουν τις πιθανές τροχιές της ζωής τους προκειμένου να διακριθούν ή να αποκλειστούν τα κατάλληλα.iv
Αν «Το πανοπτικό παράγει υποκείμενα με επιθυμία για βελτίωση των ζωών τους. …. το υπερπανοπτικό θεσμίζει αντικείμενα, άτομα με διαχυμένες ταυτότητες, που μπορεί να μη συνειδητοποιούν τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι ταυτότητες ερμηνεύονται από τον υπολογιστή. … Η νεωτερική επιτήρηση έχει να κάνει με την εξατομίκευση, την προσεκτική διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενα που τους αποδίδονται ταυτότητες. Αλλά η μετανεωτερική επιτήρηση προεκτείνει αυτή τη διαδικασία σε μία πολλαπλότητα ταυτοτήτων, τις οποίες διαχωρίζει και επανασυνδέει με τα άτομα τα δεδομένα των οποίων θεσμίζει. Επομένως οι ταυτότητες οι οποίες θεσμίζονται είναι προσομοιωμένες, ως μία εκδοχή της υπερπραγματικότητας (Hyperreality) του Baudrillard» (Davis Lyon 2001: 115-116)
Η προσομοίωση της επιτήρησης είναι η βασική διαφορά ανάμεσα σε πανοπτικό – το οποίο βασίζεται στην οργάνωση της επιτήρησης στου Bentham – και υπερπανοπτικό (Davis Lyon 2001: 109) Στο τελευταίο το υποκείμενο γίνεται υποκείμενο μίας επικοινωνίας και δεν αποτελεί απλά «αντικείμενο μίας πληροφόρησης» όπως στο Πανοπτικό (Foucault 1989: 265). Το πανοπτικό παρατηρεί μέσω μίας διαπερατής επιφάνειας ενώ το υπερπανοπτικό δομεί ένα αυτοαναφορικό σύστημα παρατήρησης 2ης τάξης όπου αυτό που παρατηρείται– δίκτυο, ομάδα, άτομο – είναι μέρος μίας διαδικασίας παρατήρησης που δυνητικά υπόκειται σε παρατήρηση. (Bogard 1996: 34, 35) Η παρατήρηση 1ης τάξης δε διακρίνει έναν επιτηρητή εμπλεκόμενου με τη δράση του στη θέσμιση της παρατήρησης, αλλά διαχέει το μύθο της ανεξαρτησίας τόσο από το περιβάλλον όσο και από την αυτοαναφορά του. (Bogard 1996: 26, Luhmann 2000) Στα πλαίσια της επιτήρησης η εξουσία πρέπει να είναι πάντα ορατή, ο επιτηρούμενος πρέπει να έχει πάντα μπροστά του την «επιβλητική φιγούρα του πύργου» ή στην περίπτωση του υπερπανοπτικού την κάμερα ή την απαγόρευση στην οθόνη του υπολογιστή του.
Η προσομοίωση των επιτηρησιακών διαδικασιών, με την ταυτόχρονη μετατροπή του σώματος που επιτηρούν σε ένα κυβερνοσώμα, όπου μηχανικά, οργανικά και πληροφοριακά μέρη γίνονται δυσδιάκριτα, μεταλλάσσουν τελικά το πανοπτικό σε μία κυβερνητική μηχανή ελέγχου της κοινωνίας. Τη μηχανή αυτή θα ονομάζουμε Κυβερνοπτικό.
i Εδώ θα εφιστούσαμε την προσοχή σε ένα χαρακτηριστικό των σύγχρονων κινημάτων που ακολουθώντας την μικροφυσικοποίηση των εξουσιών μπορεί να οδηγηθούν στην ενίσχυση αυτών των πολιτικών και κατά συνέπεια τον κατακερματισμό του ανθρώπου. Όπως ο λενινισμός ακολουθώντας το πρότυπο της ταιυλορικής παραγωγής και συναρμογής των ανθρώπινων δράσεων οδήγησε στο τερατούργημα των μαζικοποιημένων γραφειοκρατικών καθεστώτων.
ii Υπάρχουν πολλά παραδείγματα της χρήση των νέων βιομετρικών τεχνολογιών όπως για παράδειγμα Το σύστημα ποδοσφαιρικής νοημοσύνης της Μάντσεστερ το οποίο διαθέτει αποθηκευμένα στοιχεία και φωτογραφίες από παραβάτες της αθλητικής νομοθεσίας για αδικήματα βίας και βασίζεται στην βάση δεδομένων της Εθνικής Υπηρεσίας Εγληματικής Νοημοσύνης. Παρόμοια συστήματα υπάρχουν σε πολλά διεθνή αεροδρόμια στον κόσμο. Στο επίπεδο του γεννετικού υλικού είναι γνωστές οι τράπεζες δεδομένων εξακρίβωση του DNA που διαθέτουν Αμερική, Βρεττανία, Καναδάς και άλλοι. Στο επίπεδο της παρακολούθησης των εργαζομένων πολλές εταιρείες έχουν εισαγάγει τεστ για χρήση ναρκωτικών, γεννετική σάρωηση προκειμένου να είναι δυνατή η έγκαιρη διάγνωση μίας ασθένειας όπως ο καρκίνος του στήθους, των ωηθηκών, του εντέρου κλπ προκειμένου να προληφθεί η πιθανότητα πρόκλησης της ασθένειας σε περίπτωση έκθεσης σε καρκινογόνα υλικά. Οι εργαζόμενοι της Lotus σαρώνουν την παλάμη τους προκειμένουν να πάρουν τα παιδιά τους από τους παιδικούς σταθμού. Οι εργαζόμενοι της Coca Cola χρησιμοποιούν σαρωτές παλαμών για να επιβεβαιώνουν ότι οι κάρτες χτυπάν οι ίδιοι τις κάρτες του. Η MasterCard εισήγαγε ένα σύστημα δακτυλικών αποτυπωμάτων στις κάρτες της και η Berkeley National Laboratory χρησιμοποιούσε ιατρικές εξετάσεις ούρων και αίματος για εξακριβώσει αν οι εργαζόμενοι της είχαν σύφιλη, δρεπανοκυτταρική αναιμία (οι μαύροι αιτούντες εργασίας) και εγκυμοσύνη (οι γυναίκες αιτούσες εργασίας) Την ανίχνευση της ίριδας χρησιμοποιούν στις εγακταστάσεις τους CIA, OKI Electric Industries NCR Knowledge Lab in London κ.α Το FBI ξεκίνησε στις αρχές του 1990 την μετατροπή 40 εκατομυρίων δακτυλικών αποτυπωμάτων και αρχείων εγκληματικών αναφορών σε ψηφιακή μορφή. (Davis Lyon 2001:76, 79-81 κ.α)
iii Τέτοιες τεχνολογίες είναι η ανίχνευση της ίριδας, η επαλήθευση του δακτυλικού αποτυπώματος ενός χρήστη υπολογιστή από ειδικά «βιο-ποντίκια», η ανίχνευση της παλάμης κλπ. Οι τεχνολογίες αυτές χρησιμοποιούνται με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση σε εταιρείες , δημόσιους χώρους, δημόσια διοίκηση, υπηρεσίες υγείας, εργασιακούς χώρους .κλπ. Για μία παρουσίαση τέτοιων χρήσεων βλέπε στο Davis Lyon 2001:72, 75 και αλλού.
iv Για τις τεχνολογίες αυτές ενδιαφέρονται κυρίως οι ασφαλιστικές εταιρείες προκειμένου να μειώσουν το κόστος αλλά και τα κέρδη από τις παρεχόμενες υπηρεσίες. (Davis Lyon 2001:76)

4 Comments so far. Join the Conversation

* Ο όρος Κυβερνοπτικό αποτελεί δικό μου νεολογισμό…. ουσιαστικά προσδιορίζει το σύνολο των μηχανισμών προσομοίωσης των επιτηρησιακών διαδικασιών, που μετατρέπουν το σώμα ως αντικείμενο επιτήρησης σε κυβερνοσώμα. Στο κυβερνοσώμα μηχανικά, οργανικά και πληροφοριακά μέρη γίνονται δυσδιάκριτα, με αποτέλεσμα τη μετάλλαξη του πανοπτικού σε μία κυβερνητική μηχανή ελέγχου της κοινωνίας. Τη μηχανή αυτή θα ονομάζουμε Κυβερνοπτικό. Από τη συζήτηση που θα ακολουθήσει ελπίζουμε ο όρος να γίνει κατανοήσιμος…..

….. Στην παραδοσιακή οργάνωση των σχέσεων εξουσίας η άσκηση της πειθαρχίας θεσμίζεται ως ένα «δίκτυο σχέσεων» ιεραρχικής επιτήρησης (βιόκοσμος) κάθετα και οριζόντια αλλά και αντίστροφα, που δίνει «σταθερότητα στο σύνολο», το οποίο «καλύπτει ολότελα με στοιχεία εξουσίας, που στηρίζονται το ένα στο άλλο: επιτηρητές συνέχεια επιτηρούμενοι.» (Foucault 1989: 235) Οι σχέσεις αυτές συμπυκνώνονται στην Αρχιτεκτονική του Πανοπτικού, που συντελεί στη «αναμόρφωση» και «μεταμόρφωση των ατόμων» μέσω της διαρκούς ταξινόμησης, παρακολούθησης, μέτρησης και κανονικοποίησης της προσωπικότητας τους. Στο πλαίσιο του Πανοπτικού η πειθαρχική εξουσία λειτουργεί με δύο τρόπους: τη μορφή της δυαδικής αξιολόγησης, καταγραφής και κανονικοποίησης των ατόμων (τρελός – μη-τρελός, φυσιολογικός – μη-φυσιολογικός, επικίνδυνος – ακίνδυνος, κλπ) και τη μορφή του «καταναγκαστικού προσδιορισμού» (ποιος είναι, που πρέπει να βρίσκεται, πως αναγνωρίζεται, πως επιτηρείται κλπ). Οι πρακτικές αυτές θεσμίζονται σταδιακά στον κλάδο της οργανωτικής ή βιομηχανικής κοινωνιο-ψυχολογίας που προσεγγίζει τις εργασιακές οργανώσεις ως κοινωνικο-ψυχικά συστήματα παρά ως τα μηχανοποιημένα τμήματα του εργοστασίου της Επιστημονικής Διοίκησης.
Μέσω της γεωμετρικής εγκατάστασης των σωμάτων στο χώρο η εξουσία τελειοποιείται μεγιστοποιώντας τόσο τη δύναμη επιτήρησης όσο και τον αριθμό αυτών οι οποίοι επιτηρούνται. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στην εξουσία να δρα προληπτικά, αδιάλειπτα και αυτόματα οδηγώντας στη διαρκή εσωτερίκευση της. (Foucault 1989: 264-271) Έτσι ο απομονωμένος, διαρκώς ορατός επιτηρούμενος αποτελεί «αντικείμενο μίας πληροφόρησης, ποτέ υποκείμενο μίας επικοινωνίας»
Για τους Ericson & Haggerty η βιοεξουσία εγχειρηματοποιείται στους κοινωνικούς χώρους ανάμεσα σε κράτος και κοινωνία των πολιτών, συνδέοντας τους ανθρώπους με τη λογική της νόρμας. Στις σύγχρονες πρακτικές επιτήρησης και ελέγχου «η νόρμα αυτή συνδέεται με τις εκτιμήσεις για το ρίσκο, με τις στατιστικές πιθανότητες και επομένως με τις συμπεριφορές που παρατηρούνται ή εξομοιώνονται
Α. Σύμφωνα με το Foucault οι πειθαρχικές μέθοδες οδηγούν στην ανάπτυξη τεσσάρων τύπων ατομικότητας ή ατομικότητας με τέσσερα χαρακτηριστικά: Κυψελική ατομικότητα, που διαμορφώνεται στο επίπεδο της χωρικής κατανομής των δραστηριοτήτων – Οργανικής ατομικότητας, η οποία διαμορφώνεται στο επίπεδο της κωδικοποίησης των δραστηριοτήτων – Γεννετικής, που καθορίζεται στο επίπεδο της οργάνωσης και συσσώρευσης του χρόνου και της Συνδυαστικής που σχετίζεται με τη σύνθεση των δυνάμεων. Στους τύπους αυτούς αντιστοιχούν αντίστοιχες τεχνικές εξουσίας: οι Πίνακες, η Άσκηση και το Γυμνάσιο, οι Τακτικές. Οι τακτικές είναι η επιστήμη της οργάνωσης, διάταξης και κίνησης των στρατευμάτων. Θα λέγαμε στον 20ο αιώνα αυτές οργανώθηκαν κάτω από τον κλάδο του Επιστημονικού Μανατζμεντ.Θυμίζουμε ότι ο Foucault εντάσσει την ιεραρχική επιτήρηση (πειθαρχικό σύστημα), την τιμωρία (δικαστικό σύστημα) και την εξέταση (επιστήμη) στα τρία μέσα ορθής εκγύμνασης των σωμάτων. (Foucault 1989: 227-258)
Αυτή είναι και μία από τις διαφορές του Κυβερνοπτικού το οποίο στοχεύει στην επικοινωνία και τον έλεγχο των συστημάτων όχι απλά τη διαρκή παρακολούθηση του. Βλέπε την ανάλυση που ακολουθεί στη συνέχεια.
Η δόμηση της εξουσίας στο Πανοπτικό, συντελεί στη «αναμόρφωση» και «μεταμόρφωση των ατόμων» μέσω της διαρκούς ταξινόμησης, παρακολούθησης, μέτρησης και κανονικοποίησης της προσωπικότητας τους. Στα πλαίσια του η πειθαρχική εξουσία λειτουργεί με δύο τρόπους: τη μορφή της δυαδικής αξιολόγησης, καταγραφής και κανονικοποίησης των ατόμων (τρελός – μη-τρελός, φυσιολογικός – μη-φυσιολογικός, επικίνδυνος – ακίνδυνος, κλπ) και τη μορφή του «καταναγκαστικού προσδιορισμού» Η καταγραφή, η συλλογή των πληροφοριών είναι σημαντική για την επιτήρηση και τη διοικητική αποτελεσματικότητα και διατήρηση της εξουσίας. (Robins & Webster 1999: 92, Giddens να δω σε πρώτο κεφάλαιο)
Η παγκοσμιοποίηση ως διαδικασία ροών δεδομένων αποτελεί το πολύπλοκο περιβάλλον στο οποίο προσαρμόζουν τις λειτουργίες τους οι μηχανισμοί επιτήρησης. Η προσαρμογή αυτή γίνεται προς δύο κατευθύνσεις: α) προς το μακροεπίπεδο της επιτήρησης των ροών σε παγκόσμιο επίπεδο και β) προς το μικροεπίπεδο των ροών σε τοπικό επίπεδο φτάνοντας στο νανοεπίπεδο των σωμάτων των υποκειμένων. «Στις παγκόσμιες καταστάσεις η επιτήρηση απλώνεται, ώστε να γίνονται ολοένα και περισσότερο πράγματα σε απόσταση. Αντιπροσωπεύει ένα είδος απομακρυσμένου ελέγχου που είναι έμφυτος στην παγκοσμιοποίηση. Όσο οι παγκόσμιες ροές της τεχνολογίας, της πληροφορίας, των ανθρώπων, των εικόνων και των συμβόλων αυξάνεται σε όγκο, τόσο η επιτήρηση αναπτύσσεται για να ιχνηλατεί και να παρακολουθεί αυτές τις κινήσεις.» (Davis Lyon 2001:89) Η επιτήρηση επομένως ακολουθεί τη συναρμογή παγκόσμιων και τοπικών αλληλοδράσεων μεταξύ των συστημάτων σε αυτό που o Robertson έχει αποκαλέσει glocalization. (Robertson 1994) Έτσι τόσο στο επίπεδο της επιτήρησης της εργασίας όσο και σε αυτό της κατανάλωσης, ρέουν δεδομένα, διασχίζοντας τα παραδοσιακά σύνορα και παγκοσμιοποιώντας το χώρο των ροών αν και η υλοποίηση, σωματοποίηση και εσωτερίκευση αυτών των μηχανισμών γίνεται τοπικά
Από την άλλη πλευρά η κουλτούρα και κοινωνία του ρίσκου αναγκάζει τα συστήματα επιτήρησης α) να ιχνηλατούν τις παρελθοντικές κινήσεις των υποκειμένων και β) να προσπαθούν να προβλέψουν τις μελλοντικές ροές πληροφορίας. (Davis Lyon 2001:89, 122) Η διαδικασία οργάνωσης της επιτήρησης σε παγκόσμιο-τοπικό επίπεδο αλλά και η επέκταση της στην πρόβλεψη των μελλοντικών ροών δεν οδηγεί σε ένα παγκόσμιο πανοπτικό. «Η παγκόσμια επιτήρηση υπάρχει στους νέους χώρους των ροών, στα κανάλια και τα δίκτυα. Η εξουσία είναι ζωτική σε μία τέτοια επιτήρηση αλλά είναι αποκεντρωμένη…» (Davis Lyon 2001:90) Ουσιαστικά η εξουσία καθοδηγείται από αυτούς οι οποίοι ελέγχουν τους διακόπτες στα κομβικά σημεία των μητροπολικών δικτύων.
Η προκαταστολή και η πρόβλεψη της δυνητικά εγκληματικής συμπεριφοράς βασίζεται σε όλες τις κοινωνικές θεσμοποιήσεις του κυβερνοπτικού όπως αυτές διαμορφώνονται στα πλαίσια της κοινωνίας σε βιολογικό (βιομετρική καταστολή), ψυχολογικό (ψυχομετρία), κοινωνικό (συστήματα επιτήρησης προσομοίωσης), πολιτισμικό επίπεδο. Η σύζευξη βιολογικών, τεχνολογικών, και κοινωνικόψυχολογικών μεθόδων παρατήρησης, μέτρησης και καταστολής της συμπεριφοράς, δεν αποτελούν τίποτα άλλο από το θρίαμβο του κυβερνητικού ελέγχου πάνω στον άνθρωπο. Θα λέγαμε ότι η εξουσία μεταλλάσσεται από μία εξουσία πάνω στα επιμέρους κοινωνικά και/ή ψυχικά συστήματα σε μία εξουσία στο σύνολο του βιόκοσμου (Habermas) ή αλλιώς σε μία βιοπολιτική της νανοεξουσίας (νανοτεχνολογία-νανορομποτική νανοέλεγχος). Ήδη από το 17ο αιώνα η εξουσία διαμορφώνεται από δύο πόλους οι οποίοι δεν είναι αντιθετικοί. Ο ένας πόλος έχει ως κεντρικό σημείο το σώμα σαν μηχανή: «το ντρεσάρισμα του, την αύξηση των ικανοτήτων του, την απόσπαση των δυνάμεων του, την ανάπτυξη του μέσα σε αποτελεσματικά και οικονομικά συστήματα ελέγχου» και εντάσσονται στην ανατομικο-πολιτική του ανθρώπινου σώματος, η οποία εξασφαλίζεται από τους επιστημονικούς κλάδους. Ο άλλος πόλος αναπτύσσεται από τα μέσα του 18ου αιώνα και έχει ως κεντρικό σημείο του το σώμα- είδος «το σώμα που διασχίζεται από τη μηχανική του ζώντος και που χρησιμεύει σαν στήριγμα στις βιολογικές διαδικασίες: πολλαπλασιασμός, γεννήσεις, και θνησιμότητα, επίπεδο υγείας…. η ανάληψή τους γίνεται με μία ολόκληρη σειρά από επεμβάσεις και ρυθμιστικούς ελέγχους: μία βιοπολιτική του πληθυσμού.» Η χειραγώγηση των σωμάτων και η διαχείριση της ζωής γίνεται το σύμβολο της κυρίαρχης εξουσίας που ο Φουκώ αποκαλεί βιοεξουσία (Foucault 1982: 170-1)
Ο Mark Poster παρατηρεί ότι «ο Foucault δεν ακολουθεί μέσω μίας θεωρίας της δύναμης τους Λόγου, όσο μέσω της διακήρυξης της μέσω των διάσημων ιστοριών της τιμωρίας και της σεξουαλικότητας. Ο Λόγος (discourse) αποκαλύπτει τη Δύναμη του θέτοντας το υποκείμενο σε σχέση με τη δομή της κυριαρχίας με τέτοιο τρόπο ώστε αυτές οι δομές δρουν πάνω του/ της. Η δύναμη του πανοπτικού δεν βρίσκεται απλά σε ένα (υποτιθέμενα) υπερ-παρατηρητή φρουρό. Εκδηλώνεται μάλλον με τέτοιο τρόπο ώστε ολόκληρος ο Λόγος και η πρακτική του συστήματος να πιέζει, θεσμίζοντας το υποκείμενο ως εγκληματικό και να το κανονικοποιεί σε μία επανένταξη ή όπως πίστευε ο Bentham σε μία ηθική αναδιαμόρφωση. Για τον Poster οι βάσεις δεδομένων των υπολογιστών φέρνουν τις αρχές του πανοπτικού από τη φυλακή μέσα στην κοινωνία για να εγχειρίσουν ως ένα ‘υπερπανοπτικό’, αναδιαμορφώνοντας για μία ακόμα φορά το υποκείμενο.» Για τον Poster οι βάσεις δεδομένων είναι διαμορφώσεις της γλώσσας (configurations of language) (Davis Lyon 2001:114-5)
Στην παραδοσιακή πανοπτική εξουσία η τιμωρία των παρεκλίνουσων συμπεριφορών αναγάγουν τις πράξεις και τις ατομικές συμπεριφορές σε ένα σύνολο που είναι ταυτόχρονα: πεδίο σύγκρισης, χώρος διαφοροποίησης, θεμελιακή αρχή ενός κανόνα που πρέπει να τηρείται. Σε ένα δεύτερο επίπεδο η «τέχνη της τιμωρίας» διαφορίζει τα άτομα τόσο στη βάση των ατομικών τους χαρακτηριστικών όσο και σε σχέση με τον γενικό κανόνα, ο οποίος λειτουργεί ως αφετηρία μίας πράξης, ως μέσο τήρησης μίας ενδεδειγμένης συμπεριφοράς, και ως βέλτιστο όριο. Το όριο αυτό οδηγεί την τιμωρία στην ποσοτική μέτρηση και ιεράρχηση των ικανοτήτων, του επιπέδου και της φύσης των ατόμων σε μία ταξινόμηση. Μέσω αυτής της ταξινόμησης εξαναγκάζει σε συμμόρφωση και προσομοίωση των συμπεριφορών, χαράσσοντας τα αυτοποιητικά όρια που προσδιορίζουν τη διαφορά σε σχέση με το μη- κανονικό αποκλείοντας τους παραβάτες. Έτσι η κανονικοποίηση των ατόμων διέρχεται μέσω της σύγκρισης, της διαφοροποίησης, της ιεραρχίας, της συμμόρφωσης και του αποκλεισμού των ατόμων. (Foucault 1989: 242-3)
Στην κοινωνία του ρίσκου η τέχνη της τιμωρίας μετατρέπεται σε τέχνη της πρόληψης των δυνητικών κινδύνων και αποτροπής των υποκειμένων από την παραβατική συμπεριφορά. Τα πέντε στάδια της κανονικοποίησης μεταλλάσσονται στα πλαίσια των κυβερνητικών τεχνικών της σύγχρονης εξουσίας και ψηφιοποιούνται σε συσσωρευμένες πληροφορίες τεράστιων βάσεων δεδομένων. Οι βάσεις δεδομένων των προσώπων «συνδέουν σύμβολα ταυτοποίησης (identifying symbols) όπως αριθμούς κοινωνικής ασφάλισης, της κυβέρνησης με διακριτές εγγραφές – αρχεία προνομίων ή πληρωμής φόρων. Στην περίπτωση των εταιρειών γίνονται εγγραφές –αρχεία των αγορών και άλλων συναλλαγών ώστε να δημιουργείται μία εικόνα της νόμιμης συμμόρφωσης ή των αγοραστικών συνηθειών. Το υποκείμενο πολλαπλασιάζεται και αποκεντρώνεται στη βάση δεδομένων, δρώντας μέσω απομακρυσμένων υπολογιστών κάθε φορά που μία εγγραφή επαληθεύεται αυτόματα ή ελέγχεται απέναντι σε μία άλλη, χωρίς καν να αναφέρεται στο άτομο που αφορά. Η βάση δεδομένων ως γλώσσα εκτελεί συγκεκριμένες δράσεις. Οι υπολογιστές γίνονται ‘μηχανές για την παραγωγή ανακτώμενων ταυτοτήτων’ (Poster).» (Davis Lyon 2001:115, 121 κ.α)
Ενδεικτική είναι η συνεργασία USA UK η οποία απλώθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο και είναι γνωστή ως Comint (communications intelligence). Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο ξοδεύονται 15-20 δις Ευρώ από τις ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία Καναδά και άλλες τριάντα χώρες σε όλο τον κόσμο. Σκοπός της Comint είναι πρόσβαση σε κάθε μορφή επικοινωνίας σε πολλές χώρες στον κόσμο. Από το 1990 η επιτήρηση των επικοινωνιών επεκτάθηκε και στο διαδίκτυο. Το σύστημα εξελίχθηκε τελικά στο γνωστό μας ECHELON (Davis Lyon 2001:94-6) Στη δεκαετία του 90 η NSA και μία σειρά εταιρειών όπως η Lotus, Microsoft, Netscape, συμφωνούν να μειώσουν το επίπεδο της ασφάλειας του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και των διαδικτυακών συστημάτων 97) ….. Συνεχίζεται……

Be the first to comment
css.php